Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Η Θλιμμένη γιορτή Ι & ΙΙ


 Ι
Όταν μετά την εξορία μου για πάνω από δυο  με δυόμιση χρόνια επέστρεψα στα πατρώα μέρη , κάθισα λίγο έξω από την πόλη μου στη σκιά ενός πλατάνου για να  σκεφτώ την καινούρια μου κατάσταση.
Αντιμετώπιζα ένα τρομερό δίλλημα. Πέθαινα από την επιθυμία να δω τη γυναίκα μου και τα δυο μου παιδιά, να τους σφίξω στην αγκαλιά μου, για να πάρω εκείνη τη στοργή που τόσο βάναυσα μου είχε λείψει κατά τη διάρκεια της εξορίας μου.  Αυτό όμως συνεπάγονταν την επιστροφή και στο πατρικό σπίτι, όπου θα ξανασυναντούσα εκείνους που με είχαν παραδώσει, χωρίς να μπορώ να τους ουρλιάξω τον πόνο μου και το συσσωρευμένο μέρα με τη μέρα μίσος μου εναντίον τους.  Δεν ήμουν σίγουρος αν μπορούσα να το κάνω αυτό.
Λίγο πριν την επιστροφή  ονειρευόμουν να φύγω σε άλλο μέρος και να μη ξαναβγώ από εκεί.  Δεν ήθελα να αντιμετωπίσω την εσωτερική εξορία  μέσα στους κόλπους της φαμίλιας μου, ούτε να ζω μέσα στο ψέμα. Τώρα δεν αισθανόμουν σαν έναν από αυτούς. Οι συναισθηματικοί δεσμοί είχαν σπάσει. Πράγματι σήμερα αισθανόμουν ότι μου ήταν αδύνατον να τους συγχωρέσω.  Η φυγή μου θα έλυνε το πρόβλημα;
Τι να έκανα ; Είχα το δικαίωμα να παρατήσω τη γυναίκα και τα παιδιά μου; Θα μπορούσα να ζήσω μια ζωή άξια του ονόματος μου χωρίς να πρέπει να κρύβομαι;… Δεν είχα εντέλει το δικαίωμα να  επιθυμώ λίγη ξεκούραση  και γαλήνη;
Αυτές οι ερωτήσεις συνέθλιβαν συνεχώς την σκέψη μου για σχεδόν δυο ώρες. Ήμουν διχασμένος, ζύγιζα τις δυο επιλογές που μου προσφέρονταν χωρίς να  μπορώ να διαλέξω.
Τελικά αφού είχα παιδεύσει το μυαλό μου και ζυγίσει τις επιλογές μου, η επιθυμία να ξαναδώ τα παιδιά μου, παρέσυρε όλα τα άλλα επιχειρήματα. Δε θα μπορούσα να βρω γαλήνη, αν τα εγκατέλειπα, παραδομένα στη μισητή εξουσία των συγγενών μου.
Μάζεψα λοιπόν ότι μου είχε μείνει από κουράγιο για να προχωρήσω , σκεφτόμενος πως πήγαινα να ριχτώ στο στόμα του λύκου. Φτάνοντας  κοντά στο σπίτι, αναγνώρισα στην άκρη του δρόμου τον ένα από τα αδέλφια μου.  Πέρασα αμίλητος μπροστά του, παίρνοντας έτσι μια χαιρέκακη ευχαρίστηση, καθώς επωφελήθηκα από  το γεγονός της έκπληξης του. Όσο για μένα διέσχισα  με λαχτάρα τα υπόλοιπα εκατό μέτρα που με χώριζαν από την οικογένεια μου.
Περπατώντας στο δρόμο, όσο φοβόμουν, άλλο τόσο και επιθυμούσα τη στιγμή που θα έσμιγα ξανά με τα  παιδιά  μου. Στα πάνω από δυο χρόνια απουσίας μου πρέπει να είχαν συμβεί πολλά…. Στον τόπο εξορίας μου είχα όλο το χρόνο ελεύθερο να σκαρφιστώ τα πιο σκοτεινά σενάρια:  Η πίεση των δικών μου που θα είχαν οδηγήσει την γυναίκα μου; Θα με αναγνώριζε; Γιατί είχα αλλάξει φυσιογνωμικά λόγω της ημιτελούς διατροφής.  Βασικά αυτό το ερώτημα με βασάνιζε όταν έσπρωχνα την πόρτα της συζυγικής εστίας…..
Έτσι όπως είχα καταντήσει προκάλεσε πράγματι μια κίνηση οπισθοχώρησης στην έκπληκτη γυναίκα μου. Στη συνέχεια , όταν τελικά με αναγνώρισε δε θυμάμαι πόσο έκανε να μα αναγνωρίζει, μου φάνηκε όμως κοντά αιώνας, τα χαρακτηριστικά της φωτίστηκαν από ένα χαμόγελο. Μα, μόλις την πήρα στην αγκαλιά  μου………


 ΙΙ

Ξαφνικά πίσω από την πλάτη μου άκουσα πάρα πολλές φωνές κι ένα πλήθος που συνωστίζονταν απ έξω και που φαινόταν αποφασισμένο να θέλει να μπει μέσα. Πάγωσα και φοβήθηκα για το χειρότερο, δηλαδή την επάνάληψη των γεγονότων πριν από δυόμιση χρόνια, όταν ένα πρωινό δέχτηκα την επίθεση…
Ήμουν έτοιμος να το σκάσω, όμως, μου έκανε εντύπωση το είδος των επιφωνημάτων που έμοιαζαν περισσότερο με εκδήλωση χαράς, παρά με ξεφωνητά μίσους. Και πράγματι αυτό που αντίκρισα μπροστά μου, ήταν μια χαρούμενη ομάδα αποτελούμενη από την οικογένεια μου σε πλήρη απαρτία, τις γυναίκες, τα κουτσούβελα και τους άντρες να με περιτριγυρίζουν και να με αγκαλιάζουν χαρούμενα…
Δεν καταλάβαινα τίποτα. Μήπως ήμουν θύμα μιας παραίσθησης; Αν ίσχυε αυτό, η γυναίκα μου έμοιαζε να είναι κι αυτή θύμα της ίδιας μαγείας, καθώς είχε ξαφνιαστεί από αυτό τον αναβρασμό. 
Πολύ σύντομα  ένα γλέντι ξεκίνησε με μουσική κι όλοι συγγενείς, φίλοι  και γείτονες ενώθηκαν . Σα να είχαν πάρει κάποιο σήμα  μαζεύτηκαν  για να γιορτάσουν την επιστροφή μου. Ήμουν απολωλός κι επέστρεψα…. «Να που ο αγαπημένος γιος γύρισε». Μια γιορτή στήθηκε στο άψε σβήσε. Σε χρόνο μηδέν έσφαξαν πολλά παχιά μοσχάρια, για να ταϊστούν οι συνδαιτυμόνες. Ο πατέρας μου είχε οργανώσει τα πάντα πολύ καλά….
Μπορεί να μην ένιωθα  πια αισθήματα αγάπης για εκείνον, αλλά υπήρχε ένα πράγμα που του αναγνώριζα, την ικανότητα του να κατευθύνει προς το συμφέρον του τις περιστάσεις και να τις οργανώνει με μαεστρία! Άλλωστε εκείνος ήταν κι όχι τόσο εγώ που αποτελούσε το κέντρο της ομήγυρης, η οποία συνεχώς μεγάλωνε. Όλοι στριμώχνονταν γύρω του,  να τον συγχαρούν για την επιστροφή του γιου του και του έφερναν δώρα. Κι εγώ ήμουν στο πλάι του και χαμογελούσα σ όλο τον κόσμο, αλλά μέσα μου ήθελα να κλάψω…
Τι ήταν αυτή η κωμωδία, που έμοιαζε όλο και περισσότερο ύποπτη;  Ήταν δυνατόν να χαίρονται αληθινά και ειλικρινά με την επιστροφή μου, ενώ θα έπρεπε να φοβούνται περισσότερο την εκδίκηση μου; Στοιχειωμένος από αυτές τις αναπάντητες ερωτήσεις, πέρασα σαν παρατηρητής, με σφιγμένη καρδιά, μέσα απ αυτές τις χαρές, χωρίς να νιώθω κανένα από εκείνα τα αισθήματα που προσποιούμουν ότι ένιωθα.
Ένιωθα αηδιασμένος από αυτή την αφθονία. Και όλα αυτά γιατί; Για να εξυπηρετήσουν μια άθλια παρωδία!... Τελικά κατάλαβα τι ήταν εκείνο που περίμεναν σίγουρα από μένα… να κρατήσω τη θέση μου στο όμορφο τραπέζι μιας ενωμένης οικογένειας, μετά από μια μεγάλη δοκιμασία.
Πίσω όμως από αυτό το ψέμα, ανακάλυψα κάτι άλλο που με πόνεσε περισσότερο. Τελικά εκείνο που μετρούσε πιο πολύ από την αμοιβαία αγάπη για εκείνους και ειδικά για τον πατέρα μου, ήταν η καλή φήμη, αυτά που θα του έλεγαν και ο φόβος μη χάσει το κύρος του.
Άλλωστε αυτός ο φόβος είχε κατευθύνει από την αρχή τις αντιδράσεις του κι εκείνη την ανήκουστη βία απέναντί μου.  Ήταν  η έγνοια τους να συγκαλύψουν  την αποστασιοποίηση μου από το δικό τους  γίγνεσθαι στη ζωή και να κουκουλώσουν τούτο το  κατ αυτούς σκάνδαλο….
(Συνεχίζεται….)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου